ακροφαίνομαι

ακροφαίνομαι
μόλις φαίνομαι, παρουσιάζομαι για λίγο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ακρο- (ΙΙ) + φαίνομαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ακροφαίνομαι — ακροφάνηκα, μόλις φαίνομαι, μόλις διακρίνομαι: Η στεριά, μακριά ακόμη, άρχισε να ακροφαίνεται …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”